χριστός


χριστός
ὁ χριστός (χρίω помазывать ≃ др.-евр. māšiah) ≃ помазанник, помазанный (царь, первосвященник иногда пророк)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "χριστός" в других словарях:

  • Χριστός — ο Христос, Господь Иисус Христос. Слово «χριστός» означает «помазанник». Оно придается в Священном Писании царям, пророкам и первосвященникам. В израильском народе существовал обычай помазывания царей, пророков и священников при их вступлении в… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • χριστός — to be rubbed on masc nom sg χριστός to be rubbed on masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χριστός — I (από το χρίω, μετάφραση του εβραϊκού μασιά = ο κεχρισμένος, ο μεσσίας). Τίτλος που δίνεται στον Ιησού. Με τον Απόστολο Παύλο ο όρος πήρε διπλή σημασία: χωρίς άρθρο έγινε δεύτερο κύριο όνομα, Ιησούς Χριστός, και αναφέρεται στην προσωπικότητά του …   Dictionary of Greek

  • χριστός — I (από το χρίω, μετάφραση του εβραϊκού μασιά = ο κεχρισμένος, ο μεσσίας). Τίτλος που δίνεται στον Ιησού. Με τον Απόστολο Παύλο ο όρος πήρε διπλή σημασία: χωρίς άρθρο έγινε δεύτερο κύριο όνομα, Ιησούς Χριστός, και αναφέρεται στην προσωπικότητά του …   Dictionary of Greek

  • Χριστός — [Христос] ουσ. а Христос …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Χρίστος — ο κύριο όνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Χριστός — ο 1. ο θεάνθρωπος Ιησούς. 2. φρ., «Tον έκαμα Χριστό», τον παρακάλεσα πολύ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χριστός — ή, ό 1. ο αλειμμένος. 2. αυτός που έλαβε το χρίσμα, αυτός που ανακηρύχτηκε με το χρίσμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Χριστός πάσχων — Τίτλος βυζαντινού δράματος. Παλιά αποδιδόταν στον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, αλλά όπως αποδείχτηκε γράφτηκε κατά τον 11o ή 12o αι. και είναι έργο κάποιου λογίου. Αποτελείται από 2.640 στίχους, οι οποίοι είναι συρραφή στίχων αρχαίων ελληνικών… …   Dictionary of Greek

  • Αγαλλόπουλος, Χρίστος — (Πλάτανος Ναυπάκτου 1897 Αθήνα 1959).Νομικός και κοινωνιολόγος. Από τους θεμελιωτές των κοινωνικών ασφαλίσεων στην Ελλάδα, συνέταξε τον σχετικό νόμο, διηύθυνε το ΙΚΑ από την ίδρυσή του έως το 1954 και χρημάτισε εμπειρογνώμονας του Διεθνούς… …   Dictionary of Greek

  • Ανδρούτσος, Χρίστος — (Κίος Βιθυνίας 1869 – Αθήνα 1935). Θεολόγος και φιλόσοφος. Σπούδασε θεολογία στη σχολή της Χάλκης και φιλοσοφία στη Λειψία. Το 1911 εξελέγη καθηγητής της δογματικής και ηθικής στη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα τρία μεγάλα θεολογικά …   Dictionary of Greek